βούκινο
•
- παρωχημένοχάλκινη (ή από άλλο υλικό) σάλπιγγα, την οποία αρχικά χρησιμοποιούσαν κατά τους Βυζαντινούς χρόνους σαν κάλεσμα στη μάχη, αλλά και για να δίνονται διαταγές κατά την διάρκεια της μάχης, αφού ο θόρυβος ήταν απαγορευτικός για τη χρήση άλλου μέσου. Βικιλεξικό
- ζωολογίαείδος οστρακόδερμου (Buccinum undatum) Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω κάτι γνωστό σε πολύ κόσμο Βικιλεξικό
- «..Και τι είχε παρακαλώ να του πει;» «Ότι λέει, φτάνει πια το νταραβέρι με το ράφτη, βούκινο έχει γίνει στο νησί, κι όσο την κρατάει στο μαγαζί, πλάι στην Όλγα μας, βγάζει κι η Όλγα όνομα κακό...» «Χριστός και Παναγιά», σταυροκοπήθηκε η παπαδιά, «τι νταραβέρι και αηδίες...» (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
βούκινο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βούκινον < λατινική bucina < bos (βόδι) + cano (τραγουδώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βούκινο | βούκινα |
| Γενική | βούκινου | βούκινων |
| Αιτιατική | βούκινο | βούκινα |
| Κλητική | βούκινο | βούκινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →