λέω
•
- διατυπώνω προφορικά ή και γραπτά μία λέξη ή φράση Βικιλεξικό
- Ο διευθυντής μου είπε ότι πρέπει να τελειώνουμε με τη δουλειά που μας ανέθεσε
- προτείνω Βικιλεξικό
- Λέω να πάμε μια βόλτα.
- Τι λες εσύ να κάνουμε;
- προτίθεμαι Βικιλεξικό
- Λέω να πάω μια βόλτα.
- ονομάζω κάτι ή κάποιον με ένα συγκεκριμένο όνομα, αποκαλώ Βικιλεξικό
- Πώς σε λένε;
- σε τρίτο πρόσωποπιστεύεται, φημολογείται, ακούστηκε ότι Βικιλεξικό
- Λένε πως το κλίμα της γης αλλάζει.
- Θα ρίξει, λέει, χαλάζι.
- σε τρίτο πρόσωποδηλώνει υπόθεση, υποθετικά Βικιλεξικό
- Σκέψου, λέει, να κερδίσουμε το λαχείο!
Ετυμολογία
λέω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λέω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λέω | λες | λέει | λέμε | λέτε | λένε |
| Παρατατικός | έλεγα | έλεγες | έλεγε | λέγαμε | λέγατε | έλεγαν / λέγανε |
| Αόριστος | είπα | είπες | είπε | είπαμε | είπατε | είπαν / είπανε |
| Μέλλοντας | θα λέω / θα πω | θα λες / θα πεις | θα ειπωθεί / θα λέει / θα πει | θα λέμε / θα πούμε | θα λέτε / θα πείτε | θα λένε / θα πουν |
| Παρακείμενος | έχω πει | έχεις πει | έχει πει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πει | είχες πει | είχε πει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πει / να λέω / να πω | να έχεις πει / να λες / να πεις | να έχει πει / να ειπωθεί / να λέει / να πει | να λέμε / να πούμε | να λέτε / να πείτε | να λένε / να πουν |
| Προστακτική | — | λέγε / πες | — | — | λέγετε / πέστε / πείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ειπώθηκαλέγομαιλεγόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →