βράβευση
•
- η διαδικασία και το αποτέλεσμα του βραβεύω· η απονομή ενός βραβείου Βικιλεξικό
- Θα ακολουθήσει η βράβευση των κορυφαίων αθλητών.
Ετυμολογία
βράβευση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα βράβευσις + -ση < ελληνιστική κοινή βραβεύω.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βράβευση | βραβεύσεις |
| Γενική | βράβευσης | βραβεύσεων |
| Αιτιατική | βράβευση | βραβεύσεις |
| Κλητική | βράβευση | βραβεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →