Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βραβείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τιμητική υλική ή ηθική ανταμοιβή Βικιλεξικό
    • βραβείο Νόμπελ
    • Σύνολο: Καμιά εβδομηνταριά έργα, που της χάρισαν κατά καιρούς διάφορα βραβεία και ένα σωρό θερμές κριτικές (Ταχυδρόμος, τεύχη 35-43, 1988, σελ. 133)

Ετυμολογία

βραβείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βραβεῖον < αρχαία ελληνικά βραβεύω < βραβεύς, άγνωστης ετυμολογίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβραβείοβραβεία
Γενικήβραβείουβραβείων
Αιτιατικήβραβείοβραβεία
Κλητικήβραβείοβραβεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →