βρίθω
•
- αρχαιοπρεπέςείμαι γεμάτος Βικιλεξικό
- Το νομοσχέδιο που δόθηκε προς ολιγοήμερη διαβούλευση στον «αέρα» του Διαδικτύου βρίθει προχειροτήτων, καθώς γραφόταν ακόμη και λίγα λεπτά προτού δοθεί στη δημοσιότητα. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 13.01.2014)
- Βρίθει από παραλογισμούς το νέο φορολογικό νομοσχέδιο. (εφ. Ελευθεροτυπία, 07.03.2013)
Ετυμολογία
βρίθω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βρίθω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →