Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρίσκω

/ˈvɾi.sko/ρήμα
•
  1. τελειώνω επιτυχώς μία αναζήτηση Βικιλεξικό
    • Θα βρεις τις πληροφορίες που ζητάς στο διαδίκτυο.
  2. εντοπίζω κάτι ή κάποιον σε μια κατάσταση Βικιλεξικό
    • Γύρισα και τον βρήκα κολλημένο στον υπολογιστή!
  3. νομίζω ότι κάτι ή κάποιος έχει μια ιδιότητα Βικιλεξικό
    • Σε βρίσκω κάπως αλλαγμένη τώρα τελευταία. (Νομίζω ότι είσαι κάπως αλλαγμένη.)
    • Πώς τα βρίσκεις τα καινούρια συνολάκια; (Ποια είναι η γνώμη σου γι' αυτά;)
  4. εμποδίζομαι λόγω έκτασης ή προέκτασης κατά την κίνησή μου από κάτι ή ακουμπώ κάτι όταν κινούμαι Βικιλεξικό
    • Είναι τόσο ψηλός που βρίσκει στο ταβάνι.
    • Θέλει σήκωμα το παραθυρόφυλλο γιατί βρίσκει στο κούφωμα, στο κάτω μέρος.

Ετυμολογία

βρίσκω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βρίσκω < αρχαία ελληνική εὑρίσκω, με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβρίσκωβρίσκειςβρίσκειβρίσκουμεβρίσκετεβρίσκουν / βρίσκουνε
Παρατατικόςέβρισκαέβρισκεςέβρισκεβρίσκαμεβρίσκατεέβρισκαν / βρίσκαν / βρίσκανε
Αόριστοςβρήκαβρήκεςβρήκεβρήκαμεβρήκατεβρήκαν / βρήκανε
Μέλλονταςθα βρίσκω / θα βρωθα βρίσκεις / θα βρειςθα βρίσκει / θα βρειθα βρίσκουμε / θα βρούμεθα βρίσκετε / θα βρείτεθα βρίσκουν / θα βρίσκουνε / θα βρουν
Παρακείμενοςέχω βρειέχεις βρειέχει βρειέχουμε βρει——
Υπερσυντέλικοςείχα βρειείχες βρειείχε βρειείχαμε βρει——
Υποτακτικήνα έχω βρει / να βρίσκω / να βρωνα έχεις βρει / να βρίσκεις / να βρειςνα έχει βρει / να βρίσκει / να βρεινα έχουμε βρει / να βρίσκουμε / να βρούμενα βρίσκετε / να βρείτενα βρίσκουν / να βρίσκουνε / να βρουν
Προστακτική—βρίσκε / βρες——βρίσκετε / βρείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

βρέθηκαβρίσκομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →