βρίσκω
•
- τελειώνω επιτυχώς μία αναζήτηση Βικιλεξικό
- Θα βρεις τις πληροφορίες που ζητάς στο διαδίκτυο.
- εντοπίζω κάτι ή κάποιον σε μια κατάσταση Βικιλεξικό
- Γύρισα και τον βρήκα κολλημένο στον υπολογιστή!
- νομίζω ότι κάτι ή κάποιος έχει μια ιδιότητα Βικιλεξικό
- Σε βρίσκω κάπως αλλαγμένη τώρα τελευταία. (Νομίζω ότι είσαι κάπως αλλαγμένη.)
- Πώς τα βρίσκεις τα καινούρια συνολάκια; (Ποια είναι η γνώμη σου γι' αυτά;)
- εμποδίζομαι λόγω έκτασης ή προέκτασης κατά την κίνησή μου από κάτι ή ακουμπώ κάτι όταν κινούμαι Βικιλεξικό
- Είναι τόσο ψηλός που βρίσκει στο ταβάνι.
- Θέλει σήκωμα το παραθυρόφυλλο γιατί βρίσκει στο κούφωμα, στο κάτω μέρος.
Ετυμολογία
βρίσκω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βρίσκω < αρχαία ελληνική εὑρίσκω, με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βρίσκω | βρίσκεις | βρίσκει | βρίσκουμε | βρίσκετε | βρίσκουν / βρίσκουνε |
| Παρατατικός | έβρισκα | έβρισκες | έβρισκε | βρίσκαμε | βρίσκατε | έβρισκαν / βρίσκαν / βρίσκανε |
| Αόριστος | βρήκα | βρήκες | βρήκε | βρήκαμε | βρήκατε | βρήκαν / βρήκανε |
| Μέλλοντας | θα βρίσκω / θα βρω | θα βρίσκεις / θα βρεις | θα βρίσκει / θα βρει | θα βρίσκουμε / θα βρούμε | θα βρίσκετε / θα βρείτε | θα βρίσκουν / θα βρίσκουνε / θα βρουν |
| Παρακείμενος | έχω βρει | έχεις βρει | έχει βρει | έχουμε βρει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βρει | είχες βρει | είχε βρει | είχαμε βρει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βρει / να βρίσκω / να βρω | να έχεις βρει / να βρίσκεις / να βρεις | να έχει βρει / να βρίσκει / να βρει | να έχουμε βρει / να βρίσκουμε / να βρούμε | να βρίσκετε / να βρείτε | να βρίσκουν / να βρίσκουνε / να βρουν |
| Προστακτική | — | βρίσκε / βρες | — | — | βρίσκετε / βρείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βρέθηκαβρίσκομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →