συμφωνώ
•
- έχω την ίδια γνώμη Βικιλεξικό
- καταλήγω με κάποιον άλλο σε συμφωνία πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, επιχειρηματική κ.λπ. Βικιλεξικό
- Μιλήσανε και τις λεπτομέρειες, τα λεφτά, συμφώνησαν σ' όλα. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι, 1966 [διηγήματα])
- βρίσκομαι σε αρμονία με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- γραμματικήβρίσκομαι στο ίδιο γένος ή αριθμό ή πτώση ή πρόσωπο με άλλον όρο της πρότασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμφωνώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμφωνῶ, συνηρημένος τύπος του συμφωνεώ < σύμφωνος < συμ- + φων(ή) + -ος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμφωνώ | συμφωνείς | συμφωνεί | συμφωνούμε | συμφωνείτε | συμφωνούν / συμφωνούνε |
| Παρατατικός | συμφωνούσα | συμφωνούσες | συμφωνούσε | συμφωνούσαμε | συμφωνούσατε | συμφωνούσαν / συμφωνούσανε |
| Αόριστος | συμφώνησα | συμφώνησες | συμφώνησε | συμφωνήσαμε | συμφωνήσατε | συμφωνήσαν / συμφωνήσανε / συμφώνησαν |
| Μέλλοντας | θα συμφωνήσω / θα συμφωνώ | θα συμφωνήσεις / θα συμφωνείς | θα συμφωνήσει / θα συμφωνεί | θα συμφωνήσουμε / θα συμφωνούμε | θα συμφωνήσετε / θα συμφωνείτε | θα συμφωνήσουν / θα συμφωνήσουνε / θα συμφωνούν / θα συμφωνούνε |
| Παρακείμενος | έχω συμφωνήσει | έχεις συμφωνήσει | έχει συμφωνήσει | έχουμε συμφωνήσει | έχετε συμφωνήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμφωνήσει | είχες συμφωνήσει | είχε συμφωνήσει | είχαμε συμφωνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμφωνήσει / να συμφωνήσω / να συμφωνώ | να έχεις συμφωνήσει / να συμφωνήσεις / να συμφωνείς | να έχει συμφωνήσει / να συμφωνήσει / να συμφωνεί | να έχουμε συμφωνήσει / να συμφωνήσουμε / να συμφωνούμε | να έχετε συμφωνήσει / να συμφωνήσετε / να συμφωνείτε | να συμφωνήσουν / να συμφωνήσουνε / να συμφωνούν / να συμφωνούνε |
| Προστακτική | — | συμφώνει / συμφώνησε | — | — | συμφωνήστε / συμφωνείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →