βραδιάζω
•
- φτάνει το βράδυ ενώ εξακολουθώ να κάνω κάτι ή να βρίσκομαι κάπου Βικιλεξικό
- πήγαμε πρωινή επίσκεψη στον αδελφό μου και βραδιάσαμε εκεί
- στο γ' ενικόβραδιάζει: έρχεται το βράδυ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραδιάζω < μεσαιωνική ελληνική βραδιάζω < βράδυ + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βραδιάζω | βραδιάζεις | βραδιάζει | βραδιάζουμε | βραδιάζετε | βραδιάζουν / βραδιάζουνε |
| Παρατατικός | βράδιαζα | βράδιαζες | βράδιαζε | βραδιάζαμε | βραδιάζατε | βράδιαζαν / βραδιάζαν / βραδιάζανε |
| Αόριστος | βράδιασα | βράδιασες | βράδιασε | βραδιάσαμε | βραδιάσατε | βράδιασαν / βραδιάσαν / βραδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα βραδιάζω / θα βραδιάσω | θα βραδιάζεις / θα βραδιάσεις | θα βραδιάζει / θα βραδιάσει | θα βραδιάζουμε / θα βραδιάσουμε | θα βραδιάζετε / θα βραδιάσετε | θα βραδιάζουν / θα βραδιάζουνε / θα βραδιάσουν / θα βραδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βραδιάσει | έχεις βραδιάσει | έχει βραδιάσει | έχουμε βραδιάσει | έχετε βραδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βραδιάσει | είχες βραδιάσει | είχε βραδιάσει | είχαμε βραδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βραδιάσει / να βραδιάζω / να βραδιάσω | να έχεις βραδιάσει / να βραδιάζεις / να βραδιάσεις | να έχει βραδιάσει / να βραδιάζει / να βραδιάσει | να έχουμε βραδιάσει / να βραδιάζουμε / να βραδιάσουμε | να έχετε βραδιάσει / να βραδιάζετε / να βραδιάσετε | να βραδιάζουν / να βραδιάζουνε / να βραδιάσουν / να βραδιάσουνε |
| Προστακτική | — | βράδιαζε / βράδιασε | — | — | βραδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βραδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →