Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξημεροβραδιάζομαι

ρήμα
•
  1. περνώ πολύ χρόνο σε κάποιο μέρος (μέρα και νύχτα) Βικιλεξικό
    • Τον πατέρα του Λοΐζου δεν τον είδαμε ποτέ. Ακούγαμε στα σπίτια μας πως ξημεροβραδιάζεται στη λέσχη. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)

Ετυμολογία

ξημεροβραδιάζομαι < ξημερ(ώνομαι) + -ο- + βραδιάζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξημεροβραδιάζομαιξημεροβραδιάζεσαιξημεροβραδιάζεταιξημεροβραδιαζόμαστεξημεροβραδιάζεστεξημεροβραδιάζονται
Παρατατικόςξημεροβραδιαζόμουν / ξημεροβραδιαζόμουναξημεροβραδιαζόσουν / ξημεροβραδιαζόσουναξημεροβραδιαζόταν / ξημεροβραδιαζότανεξημεροβραδιαζόμασταν / ξημεροβραδιαζόμαστεξημεροβραδιαζόσασταν / ξημεροβραδιαζόσαστεξημεροβραδιάζονταν / ξημεροβραδιαζόντουσαν
Αόριστοςξημεροβραδιάστηκαξημεροβραδιάστηκεςξημεροβραδιάστηκεξημεροβραδιαστήκαμεξημεροβραδιαστήκατεξημεροβραδιάστηκαν / ξημεροβραδιαστήκαν / ξημεροβραδιαστήκανε
Μέλλονταςθα ξημεροβραδιάζομαι / θα ξημεροβραδιαστώθα ξημεροβραδιάζεσαι / θα ξημεροβραδιαστείςθα ξημεροβραδιάζεται / θα ξημεροβραδιαστείθα ξημεροβραδιαζόμαστε / θα ξημεροβραδιαστούμεθα ξημεροβραδιάζεστε / θα ξημεροβραδιαστείτεθα ξημεροβραδιάζονται / θα ξημεροβραδιαστούν / θα ξημεροβραδιαστούνε
Παρακείμενοςέχω ξημεροβραδιαστείέχεις ξημεροβραδιαστείέχει ξημεροβραδιαστείέχουμε ξημεροβραδιαστεί——
Υπερσυντέλικοςείχα ξημεροβραδιαστείείχες ξημεροβραδιαστείείχε ξημεροβραδιαστεί———
Υποτακτικήνα έχω ξημεροβραδιαστεί / να ξημεροβραδιάζομαι / να ξημεροβραδιαστώνα έχεις ξημεροβραδιαστεί / να ξημεροβραδιάζεσαι / να ξημεροβραδιαστείςνα έχει ξημεροβραδιαστεί / να ξημεροβραδιάζεται / να ξημεροβραδιαστείνα έχουμε ξημεροβραδιαστεί / να ξημεροβραδιαζόμαστε / να ξημεροβραδιαστούμενα ξημεροβραδιάζεστε / να ξημεροβραδιαστείτενα ξημεροβραδιάζονται / να ξημεροβραδιαστούν / να ξημεροβραδιαστούνε
Προστακτική—ξημεροβραδιάσου——ξημεροβραδιάζεστε / ξημεροβραδιαστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →