βραχιόλι
•
- κόσμημα, στρογγυλού σχήματος, που φοριέται στον καρπό του χεριού Βικιλεξικό
- (μεταφορικά, προφορικό, στον πληθυντικό} βραχιόλια: οι χειροπέδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχιόλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βραχιόλιν < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βραχιάλιον < λατινική bracchiale, υποκοριστικό του bracchium με επίδραση του βραχιόνιον (περιβραχιόνιο) < αρχαία ελληνική βραχίων (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχιόλι | βραχιόλια |
| Γενική | βραχιολιού | βραχιολιών |
| Αιτιατική | βραχιόλι | βραχιόλια |
| Κλητική | βραχιόλι | βραχιόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →