βραχίονας
•
- το ανώτερο τμήμα του χεριού, από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα Βικιλεξικό
- Ο άντρας που μέχρι τώρα στεκόταν με ακουμπισμένο τον βραχίονα στη γωνιά του καθίσματος ζυγώνει πιο κοντά το πρόσωπο. (Γιάννης Γουδέλης, Μικρή μετανάστευση σε μεγάλη ηλικία)
- μηχανικό χέρι, τμήμα μηχανήματος Βικιλεξικό
- οτιδήποτε μοιάζει με χέρι Βικιλεξικό
- ο βραχίονας του λιμανιού
- το ένα από τα δύο στελέχη που συγκρατούν τα γυαλιά οράσεως στο αφτί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχίονας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βραχίων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχίονας | βραχίονες |
| Γενική | βραχίονα | βραχιόνων |
| Αιτιατική | βραχίονα | βραχίονες |
| Κλητική | βραχίονα | βραχίονες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →