βραχονησίδα
•
- έρημο βραχώδες νησάκι στο οποίο δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί μόνιμος πληθυσμός ούτε να υπάρξει αυτόνομη οικονομική ζωή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχονησίδα < βράχος + -ο- + νησίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχονησίδα | βραχονησίδες |
| Γενική | βραχονησίδας | βραχονησίδων |
| Αιτιατική | βραχονησίδα | βραχονησίδες |
| Κλητική | βραχονησίδα | βραχονησίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →