βράχος
•
- μεγάλος όγκος από πέτρα Βικιλεξικό
- καθόταν μόνη της στους βράχους της παραλίας
- Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90, σελ. 38)
- ειδικότεραμεγάλος πέτρινος όγκος που σχηματίζει λόφο Βικιλεξικό
- ο ιζηματογενής βράχος των Ματάλων
- μεταφορικάάνθρωπος με μεγάλη σταθερότητα, που δεν υποχωρεί στις αρχές του, αλύγιστος, δυνατός στο σώμα Βικιλεξικό
- ύφαλος ή σκόπελος στη θάλασσα, ξέρα Βικιλεξικό
- έκφραση: στα βράχια
Ετυμολογία
βράχος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βράχος (αρσενικό) < ελληνιστική κοινή βράχος (τὸ βράχος) (ουδέτερο) (που μεταπλάστηκε σε αρσενικό με μεγεθυντική σημασία) < αρχαία ελληνική βραχέα (ὕδατα) (πληθυντικός) < αρχαία ελληνική βραχύς : Η αρχική σημασία δήλωνε τα ρηχά νερά της θάλασσας και, στη συνέχεια, και τις απόκρημνες πετρώδεις ακτές
Άλλοι τύποι
βράχεβράχιαβράχοβράχοιβράχουβράχουςβράχων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →