βραχυγραφία
•
- συντομογραφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχυγραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική brachygraphie < αρχαία ελληνική βραχυ- + -γραφία, βραχύς, γράφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχυγραφία | βραχυγραφίες |
| Γενική | βραχυγραφίας | βραχυγραφιών |
| Αιτιατική | βραχυγραφία | βραχυγραφίες |
| Κλητική | βραχυγραφία | βραχυγραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →