Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βραχυλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι βραχύλογος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βραχυλογικός < ελληνιστική κοινή βραχυλογικός < αρχαία ελληνική βραχύλογος < βραχύς + λέγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβραχυλογικόςβραχυλογικήβραχυλογικό
Γενικήβραχυλογικούβραχυλογικήςβραχυλογικού
Αιτιατικήβραχυλογικόβραχυλογικήβραχυλογικό
Κλητικήβραχυλογικέβραχυλογικήβραχυλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβραχυλογικοίβραχυλογικέςβραχυλογικά
Γενικήβραχυλογικώνβραχυλογικώνβραχυλογικών
Αιτιατικήβραχυλογικούςβραχυλογικέςβραχυλογικά
Κλητικήβραχυλογικοίβραχυλογικέςβραχυλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →