Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βραχύλογος

/vɾaˈçi.lo.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου εκφράζεται με συντομία (και -συνήθως- με ευστοχία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βραχύλογος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βραχύλογος < βραχύς + λέγω. Μορφολογικά, βραχύ- + -λογος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβραχύλογοςβραχύλογηβραχύλογο
Γενικήβραχύλογουβραχύλογηςβραχύλογου
Αιτιατικήβραχύλογοβραχύλογηβραχύλογο
Κλητικήβραχύλογεβραχύλογηβραχύλογο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβραχύλογοιβραχύλογεςβραχύλογα
Γενικήβραχύλογωνβραχύλογωνβραχύλογων
Αιτιατικήβραχύλογουςβραχύλογεςβραχύλογα
Κλητικήβραχύλογοιβραχύλογεςβραχύλογα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →