Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βραχυλογώ

ρήμα
•
  1. λόγιοείμαι βραχύλογος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βραχυλογώ < ελληνιστική κοινή βραχυλογέω / βραχυλογῶ < αρχαία ελληνική βραχύς + λέγω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβραχυλογώβραχυλογείςβραχυλογείβραχυλογούμεβραχυλογείτεβραχυλογούν / βραχυλογούνε
Παρατατικόςβραχυλογούσαβραχυλογούσεςβραχυλογούσεβραχυλογούσαμεβραχυλογούσατεβραχυλογούσαν / βραχυλογούσανε
Αόριστοςβραχυλόγησαβραχυλόγησεςβραχυλόγησεβραχυλογήσαμεβραχυλογήσατεβραχυλογήσαν / βραχυλογήσανε / βραχυλόγησαν
Μέλλονταςθα βραχυλογήσω / θα βραχυλογώθα βραχυλογήσεις / θα βραχυλογείςθα βραχυλογήσει / θα βραχυλογείθα βραχυλογήσουμε / θα βραχυλογούμεθα βραχυλογήσετε / θα βραχυλογείτεθα βραχυλογήσουν / θα βραχυλογήσουνε / θα βραχυλογούν / θα βραχυλογούνε
Παρακείμενοςέχω βραχυλογήσειέχεις βραχυλογήσειέχει βραχυλογήσειέχουμε βραχυλογήσειέχετε βραχυλογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βραχυλογήσειείχες βραχυλογήσειείχε βραχυλογήσειείχαμε βραχυλογήσει——
Υποτακτικήνα έχω βραχυλογήσει / να βραχυλογήσω / να βραχυλογώνα έχεις βραχυλογήσει / να βραχυλογήσεις / να βραχυλογείςνα έχει βραχυλογήσει / να βραχυλογήσει / να βραχυλογείνα έχουμε βραχυλογήσει / να βραχυλογήσουμε / να βραχυλογούμενα έχετε βραχυλογήσει / να βραχυλογήσετε / να βραχυλογείτενα βραχυλογήσουν / να βραχυλογήσουνε / να βραχυλογούν / να βραχυλογούνε
Προστακτική—βραχυλόγει / βραχυλόγησε——βραχυλογήστε / βραχυλογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →