βραχυλογώ
•
- λόγιοείμαι βραχύλογος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχυλογώ < ελληνιστική κοινή βραχυλογέω / βραχυλογῶ < αρχαία ελληνική βραχύς + λέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βραχυλογώ | βραχυλογείς | βραχυλογεί | βραχυλογούμε | βραχυλογείτε | βραχυλογούν / βραχυλογούνε |
| Παρατατικός | βραχυλογούσα | βραχυλογούσες | βραχυλογούσε | βραχυλογούσαμε | βραχυλογούσατε | βραχυλογούσαν / βραχυλογούσανε |
| Αόριστος | βραχυλόγησα | βραχυλόγησες | βραχυλόγησε | βραχυλογήσαμε | βραχυλογήσατε | βραχυλογήσαν / βραχυλογήσανε / βραχυλόγησαν |
| Μέλλοντας | θα βραχυλογήσω / θα βραχυλογώ | θα βραχυλογήσεις / θα βραχυλογείς | θα βραχυλογήσει / θα βραχυλογεί | θα βραχυλογήσουμε / θα βραχυλογούμε | θα βραχυλογήσετε / θα βραχυλογείτε | θα βραχυλογήσουν / θα βραχυλογήσουνε / θα βραχυλογούν / θα βραχυλογούνε |
| Παρακείμενος | έχω βραχυλογήσει | έχεις βραχυλογήσει | έχει βραχυλογήσει | έχουμε βραχυλογήσει | έχετε βραχυλογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βραχυλογήσει | είχες βραχυλογήσει | είχε βραχυλογήσει | είχαμε βραχυλογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βραχυλογήσει / να βραχυλογήσω / να βραχυλογώ | να έχεις βραχυλογήσει / να βραχυλογήσεις / να βραχυλογείς | να έχει βραχυλογήσει / να βραχυλογήσει / να βραχυλογεί | να έχουμε βραχυλογήσει / να βραχυλογήσουμε / να βραχυλογούμε | να έχετε βραχυλογήσει / να βραχυλογήσετε / να βραχυλογείτε | να βραχυλογήσουν / να βραχυλογήσουνε / να βραχυλογούν / να βραχυλογούνε |
| Προστακτική | — | βραχυλόγει / βραχυλόγησε | — | — | βραχυλογήστε / βραχυλογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →