βραχότοπος
•
- τόπος γεμάτος βράχια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχότοπος < βραχό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχότοπος | βραχότοποι |
| Γενική | βραχότοπου | βραχότοπων |
| Αιτιατική | βραχότοπο | βραχότοπους |
| Κλητική | βραχότοπε | βραχότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →