Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βραχώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πολλούς βράχους Βικιλεξικό
    • Υπήρχε ένας χωματόδρομος όπου έφτανε το αυτοκίνητο μέχρι ενός σημείου και από κει και πέρα στένευε σε μονοπάτι, μέχρι τον βραχώδη κόλπο. (Ευτυχία Γιαννάκη, Η νόσος του μικρού θεού, εκδ. Ίκαρος, 2020)
    • Εἰς τό πρῶτον σημεῖον, τό κατέναντι τῆς Χαιρωνείας, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου ὁ Κηφισός παραρρέει τήν ἀρχήν τοῦ βραχώδους Ἀκοντίου ὅρους καί ἡ πρός τήν Ἀταλάντην ἀτραπός διέρχεται τήν λίθινην τοῦ ποταμοῦ γέφυραν, θά ὑπῆρχε πᾶς λόγος νά ζητηθῇ τό Πολυάνδριον τῶν Μακεδόνων, ἐάν ἤθελε ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ἑλληνικός στρατός παρετάχθη μεταξύ Χαιρωνείας καί Κηφισοῦ. (Πρακτικά τής εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας του έτους 1899, Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1900, σελ. 53)
    • Έδειχνε την παράξενη γη τους, με τα τραχιά βουνά, τις ξηρές κοίτες των ποταμών που στέρευαν πριν φτάσουν στη θάλασσα, τις βαθιές βραχώδεις κοιλάδες, τις αλμυρές λίμνες, τις καταπράσινες οάσεις, τα χρυσαφένια αμμώδη κύματα της ερήμου που σήκωνε βουνά ο χαμσίν. (Στέλλα Σελήνη, Κόκκινη θάλασσα, εκδ. Ακακία, 2018)

Ετυμολογία

βραχώδης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βραχώδης < βράχος < αρχαία ελληνική βραχύς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβραχώδηςβραχώδηςβραχώδες
Γενικήβραχώδουςβραχώδουςβραχώδους
Αιτιατικήβραχώδηβραχώδηβραχώδες
Κλητικήβραχώδη / βραχώδηςβραχώδηςβραχώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβραχώδειςβραχώδειςβραχώδη
Γενικήβραχωδώνβραχωδώνβραχωδών
Αιτιατικήβραχώδειςβραχώδειςβραχώδη
Κλητικήβραχώδειςβραχώδειςβραχώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →