βρογχοκήλη
•
- ιατρικήη ανώμαλη διόγκωση μέρους της μπροστινής βάσης του λαιμού, εξαιτίας προβλημάτων του θυρεοειδούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρογχοκήλη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βρογχοκήλη < αρχαία ελληνική βρόγχος + κήλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρογχοκήλη | βρογχοκήλες |
| Γενική | βρογχοκήλης | — |
| Αιτιατική | βρογχοκήλη | βρογχοκήλες |
| Κλητική | βρογχοκήλη | βρογχοκήλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →