βρογχοκηλικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την βρογχοκήλη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρογχοκηλικός < βρογχοκήλη + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βρογχοκηλικός | βρογχοκηλική | βρογχοκηλικό |
| Γενική | βρογχοκηλικού | βρογχοκηλικής | βρογχοκηλικού |
| Αιτιατική | βρογχοκηλικό | βρογχοκηλική | βρογχοκηλικό |
| Κλητική | βρογχοκηλικέ | βρογχοκηλική | βρογχοκηλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βρογχοκηλικοί | βρογχοκηλικές | βρογχοκηλικά |
| Γενική | βρογχοκηλικών | βρογχοκηλικών | βρογχοκηλικών |
| Αιτιατική | βρογχοκηλικούς | βρογχοκηλικές | βρογχοκηλικά |
| Κλητική | βρογχοκηλικοί | βρογχοκηλικές | βρογχοκηλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →