Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρογχοκηλικός

/vɾoŋ.xo.ci.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την βρογχοκήλη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρογχοκηλικός < βρογχοκήλη + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρογχοκηλικόςβρογχοκηλικήβρογχοκηλικό
Γενικήβρογχοκηλικούβρογχοκηλικήςβρογχοκηλικού
Αιτιατικήβρογχοκηλικόβρογχοκηλικήβρογχοκηλικό
Κλητικήβρογχοκηλικέβρογχοκηλικήβρογχοκηλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρογχοκηλικοίβρογχοκηλικέςβρογχοκηλικά
Γενικήβρογχοκηλικώνβρογχοκηλικώνβρογχοκηλικών
Αιτιατικήβρογχοκηλικούςβρογχοκηλικέςβρογχοκηλικά
Κλητικήβρογχοκηλικοίβρογχοκηλικέςβρογχοκηλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →