Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρομιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βρομιάρης, βρομερός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρομιάρικος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βρομιάρικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρομιάρικοςβρομιάρικηβρομιάρικο
Γενικήβρομιάρικουβρομιάρικηςβρομιάρικου
Αιτιατικήβρομιάρικοβρομιάρικηβρομιάρικο
Κλητικήβρομιάρικεβρομιάρικηβρομιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρομιάρικοιβρομιάρικεςβρομιάρικα
Γενικήβρομιάρικωνβρομιάρικωνβρομιάρικων
Αιτιατικήβρομιάρικουςβρομιάρικεςβρομιάρικα
Κλητικήβρομιάρικοιβρομιάρικεςβρομιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →