βρόμα
•
- δυσάρεστη μυρωδιά Βικιλεξικό
- η έλλειψη καθαριότητας Βικιλεξικό
- το σπίτι είναι μες στη βρόμα, έχουμε να καθαρίσουμε δυο βδομάδες
- για πράξη ανήθικη Βικιλεξικό
- έκφραση: βγάζω βρόμα (αποκαλύπτω σκάνδαλα και προστυχιές)
- μεταφορικάανήθικη, πρόστυχη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρόμα < μεσαιωνική ελληνική *βρόμα (όπως βρομιάρης) < αρχαία ελληνική βρομέω / βρομῶ < βρέμω. Για τη γραφή με όμικρον ή ωμέγα → δείτε τη λέξη βρομώ :* δείτε και το αρχαίο ουδέτερο ουσιαστικό βρῶμα (φαγητό), από τη φράση σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρόμα | βρόμες |
| Γενική | βρόμας | — |
| Αιτιατική | βρόμα | βρόμες |
| Κλητική | βρόμα | βρόμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →