Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρόμα

/ˈvɾo.ma/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δυσάρεστη μυρωδιά Βικιλεξικό
  2. η έλλειψη καθαριότητας Βικιλεξικό
    • το σπίτι είναι μες στη βρόμα, έχουμε να καθαρίσουμε δυο βδομάδες
  3. για πράξη ανήθικη Βικιλεξικό
    • έκφραση: βγάζω βρόμα (αποκαλύπτω σκάνδαλα και προστυχιές)
  4. μεταφορικάανήθικη, πρόστυχη γυναίκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρόμα < μεσαιωνική ελληνική *βρόμα (όπως βρομιάρης) < αρχαία ελληνική βρομέω / βρομῶ < βρέμω. Για τη γραφή με όμικρον ή ωμέγα → δείτε τη λέξη βρομώ :* δείτε και το αρχαίο ουδέτερο ουσιαστικό βρῶμα (φαγητό), από τη φράση σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβρόμαβρόμες
Γενικήβρόμας—
Αιτιατικήβρόμαβρόμες
Κλητικήβρόμαβρόμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →