βροντοφωνάζω
•
- φωνάζω, μιλάω δυνατά με βροντερή φωνή Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιακηρύσσω με έντονο τρόπο (όπως για να διεκδικήσω κάτι που θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμά μου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βροντοφωνάζω < βροντοφων(ώ) + -άζω κατά το φωνάζω < βροντόφωνος. Μορφολογικά αναλύεται σε βροντο- + φωνάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βροντοφωνάζω | βροντοφωνάζεις | βροντοφωνάζει | βροντοφωνάζουμε | βροντοφωνάζετε | βροντοφωνάζουν / βροντοφωνάζουνε |
| Παρατατικός | βροντοφώναζα | βροντοφώναζες | βροντοφώναζε | βροντοφωνάζαμε | βροντοφωνάζατε | βροντοφωνάζαν / βροντοφωνάζανε / βροντοφώναζαν |
| Αόριστος | βροντοφώναξα | βροντοφώναξες | βροντοφώναξε | βροντοφωνάξαμε | βροντοφωνάξατε | βροντοφωνάξαν / βροντοφωνάξανε / βροντοφώναξαν |
| Μέλλοντας | θα βροντοφωνάζω / θα βροντοφωνάξω | θα βροντοφωνάζεις / θα βροντοφωνάξεις | θα βροντοφωνάζει / θα βροντοφωνάξει | θα βροντοφωνάζουμε / θα βροντοφωνάξουμε | θα βροντοφωνάζετε / θα βροντοφωνάξετε | θα βροντοφωνάζουν / θα βροντοφωνάζουνε / θα βροντοφωνάξουν / θα βροντοφωνάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω βροντοφωνάξει | έχεις βροντοφωνάξει | έχει βροντοφωνάξει | έχουμε βροντοφωνάξει | έχετε βροντοφωνάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βροντοφωνάξει | είχες βροντοφωνάξει | είχε βροντοφωνάξει | είχαμε βροντοφωνάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βροντοφωνάξει / να βροντοφωνάζω / να βροντοφωνάξω | να έχεις βροντοφωνάξει / να βροντοφωνάζεις / να βροντοφωνάξεις | να έχει βροντοφωνάξει / να βροντοφωνάζει / να βροντοφωνάξει | να έχουμε βροντοφωνάξει / να βροντοφωνάζουμε / να βροντοφωνάξουμε | να έχετε βροντοφωνάξει / να βροντοφωνάζετε / να βροντοφωνάξετε | να βροντοφωνάζουν / να βροντοφωνάζουνε / να βροντοφωνάξουν / να βροντοφωνάξουνε |
| Προστακτική | — | βροντοφώναζε / βροντοφώναξε | — | — | βροντοφωνάζετε / βροντοφωνάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →