Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βροντοφωνάζω

/vɾon.do.foˈna.zo/ρήμα
•
  1. φωνάζω, μιλάω δυνατά με βροντερή φωνή Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδιακηρύσσω με έντονο τρόπο (όπως για να διεκδικήσω κάτι που θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμά μου) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βροντοφωνάζω < βροντοφων(ώ) + -άζω κατά το φωνάζω < βροντόφωνος. Μορφολογικά αναλύεται σε βροντο- + φωνάζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβροντοφωνάζωβροντοφωνάζειςβροντοφωνάζειβροντοφωνάζουμεβροντοφωνάζετεβροντοφωνάζουν / βροντοφωνάζουνε
Παρατατικόςβροντοφώναζαβροντοφώναζεςβροντοφώναζεβροντοφωνάζαμεβροντοφωνάζατεβροντοφωνάζαν / βροντοφωνάζανε / βροντοφώναζαν
Αόριστοςβροντοφώναξαβροντοφώναξεςβροντοφώναξεβροντοφωνάξαμεβροντοφωνάξατεβροντοφωνάξαν / βροντοφωνάξανε / βροντοφώναξαν
Μέλλονταςθα βροντοφωνάζω / θα βροντοφωνάξωθα βροντοφωνάζεις / θα βροντοφωνάξειςθα βροντοφωνάζει / θα βροντοφωνάξειθα βροντοφωνάζουμε / θα βροντοφωνάξουμεθα βροντοφωνάζετε / θα βροντοφωνάξετεθα βροντοφωνάζουν / θα βροντοφωνάζουνε / θα βροντοφωνάξουν / θα βροντοφωνάξουνε
Παρακείμενοςέχω βροντοφωνάξειέχεις βροντοφωνάξειέχει βροντοφωνάξειέχουμε βροντοφωνάξειέχετε βροντοφωνάξει—
Υπερσυντέλικοςείχα βροντοφωνάξειείχες βροντοφωνάξειείχε βροντοφωνάξειείχαμε βροντοφωνάξει——
Υποτακτικήνα έχω βροντοφωνάξει / να βροντοφωνάζω / να βροντοφωνάξωνα έχεις βροντοφωνάξει / να βροντοφωνάζεις / να βροντοφωνάξειςνα έχει βροντοφωνάξει / να βροντοφωνάζει / να βροντοφωνάξεινα έχουμε βροντοφωνάξει / να βροντοφωνάζουμε / να βροντοφωνάξουμενα έχετε βροντοφωνάξει / να βροντοφωνάζετε / να βροντοφωνάξετενα βροντοφωνάζουν / να βροντοφωνάζουνε / να βροντοφωνάξουν / να βροντοφωνάξουνε
Προστακτική—βροντοφώναζε / βροντοφώναξε——βροντοφωνάζετε / βροντοφωνάξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →