βροντόλαλος
•
- λογοτεχνικόπου έχει βροντερή φωνή Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, Εμμανουήλ Ροΐδης, Τὸ παράπονον τοῦ νεκροθάπτου, [διήγημα], αρχική δημοσίευση: (1895).
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Φ΄ στίχ. 177 (176-178) αρχική έκδοση: 1938 , εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957, σελ. 703 @google.gr/books.
- για πράγματαπου παράγει δυνατό ήχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βροντόλαλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βροντόλαλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βροντόλαλος | βροντόλαλη | βροντόλαλο |
| Γενική | βροντόλαλου | βροντόλαλης | βροντόλαλου |
| Αιτιατική | βροντόλαλο | βροντόλαλη | βροντόλαλο |
| Κλητική | βροντόλαλε | βροντόλαλη | βροντόλαλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βροντόλαλοι | βροντόλαλες | βροντόλαλα |
| Γενική | βροντόλαλων | βροντόλαλων | βροντόλαλων |
| Αιτιατική | βροντόλαλους | βροντόλαλες | βροντόλαλα |
| Κλητική | βροντόλαλοι | βροντόλαλες | βροντόλαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →