λαλιά
•
- η φωνή, η μιλιά, η ομιλία, η ικανότητα του να μιλάει κανείς Βικιλεξικό
- έχασε τη λαλιά του
- ⌘ Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί, 1959, Το Δοξαστικόν, στίχ. 81-84
- Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Αθήνα, Φέξης, 1915)
- η γλώσσα Βικιλεξικό
- η ελληνική λαλιά
Ετυμολογία
λαλιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λαλιά < λαλῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαλιά | λαλιές |
| Γενική | λαλιάς | λαλιών |
| Αιτιατική | λαλιά | λαλιές |
| Κλητική | λαλιά | λαλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →