βρόχινος
•
- ο προερχόμενος από νερά βροχής ή που σχετίζεται με βροχόπτωση Βικιλεξικό
- Πώς δυο ποτάμια, οχ τα βουνά που κατεβούν χειμώνα, / ρίχνουν μαζί στη διχαλιά τα βρόχινα νερά τους, / από πλατιά δυο στόματα μες σε βαθιά σκισμάδα (Όμηρος, Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη), Δ)
Ετυμολογία
βρόχινος < βροχ(ή) + -ινος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βρόχινος | βρόχινη | βρόχινο |
| Γενική | βρόχινου | βρόχινης | βρόχινου |
| Αιτιατική | βρόχινο | βρόχινη | βρόχινο |
| Κλητική | βρόχινε | βρόχινη | βρόχινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βρόχινοι | βρόχινες | βρόχινα |
| Γενική | βρόχινων | βρόχινων | βρόχινων |
| Αιτιατική | βρόχινους | βρόχινες | βρόχινα |
| Κλητική | βρόχινοι | βρόχινες | βρόχινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →