Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όμβριος

/ˈoɱ.vɾi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη βροχή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Η διαχείριση των όμβριων νερών γίνεται με το δίκτυο ομβρίων υδάτων.
    • αγωγός ομβρίων υδάτων

Ετυμολογία

όμβριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄμβριος < ὄμβρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήόμβριοςόμβριαόμβριο
Γενικήομβρίου / όμβριουόμβριαςομβρίου / όμβριου
Αιτιατικήόμβριοόμβριαόμβριο
Κλητικήόμβριεόμβριαόμβριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήόμβριοιόμβριεςόμβρια
Γενικήομβρίων / όμβριωνομβρίων / όμβριωνομβρίων / όμβριων
Αιτιατικήομβρίους / όμβριουςόμβριεςόμβρια
Κλητικήόμβριοιόμβριεςόμβρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →