Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βυζαίνω

/viˈze.no/ρήμα
•
  1. θηλάζω Βικιλεξικό
  2. πιπιλίζω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάρουφάω και αποσπώ οφέλη και κέρδη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βυζαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βυζάνω < βυζ(ί) + -άνω (> -αίνω)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβυζαίνωβυζαίνειςβυζαίνειβυζαίνουμεβυζαίνετεβυζαίνουν / βυζαίνουνε
Παρατατικόςβύζαιναβύζαινεςβύζαινεβυζαίναμεβυζαίνατεβυζαίναν / βυζαίνανε / βύζαιναν
Αόριστοςβύζαξαβύζαξεςβύζαξεβυζάξαμεβυζάξατεβυζάξαν / βυζάξανε / βύζαξαν
Μέλλονταςθα βυζάξω / θα βυζαίνωθα βυζάξεις / θα βυζαίνειςθα βυζάξει / θα βυζαίνειθα βυζάξουμε / θα βυζαίνουμεθα βυζάξετε / θα βυζαίνετεθα βυζάξουν / θα βυζάξουνε / θα βυζαίνουν / θα βυζαίνουνε
Παρακείμενοςέχω βυζάξειέχεις βυζάξειέχει βυζάξειέχουμε βυζάξει——
Υπερσυντέλικοςείχα βυζάξειείχες βυζάξειείχε βυζάξειείχαμε βυζάξει——
Υποτακτικήνα έχω βυζάξει / να βυζάξω / να βυζαίνωνα έχεις βυζάξει / να βυζάξεις / να βυζαίνειςνα έχει βυζάξει / να βυζάξει / να βυζαίνεινα έχουμε βυζάξει / να βυζάξουμε / να βυζαίνουμενα βυζάξετε / να βυζαίνετενα βυζάξουν / να βυζάξουνε / να βυζαίνουν / να βυζαίνουνε
Προστακτική—βύζαινε / βύζαξε——βυζάξετε / βυζαίνετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

βυζάχτηκαβυζαίνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →