βυζαίνω
•
- θηλάζω Βικιλεξικό
- πιπιλίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάρουφάω και αποσπώ οφέλη και κέρδη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυζαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βυζάνω < βυζ(ί) + -άνω (> -αίνω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βυζαίνω | βυζαίνεις | βυζαίνει | βυζαίνουμε | βυζαίνετε | βυζαίνουν / βυζαίνουνε |
| Παρατατικός | βύζαινα | βύζαινες | βύζαινε | βυζαίναμε | βυζαίνατε | βυζαίναν / βυζαίνανε / βύζαιναν |
| Αόριστος | βύζαξα | βύζαξες | βύζαξε | βυζάξαμε | βυζάξατε | βυζάξαν / βυζάξανε / βύζαξαν |
| Μέλλοντας | θα βυζάξω / θα βυζαίνω | θα βυζάξεις / θα βυζαίνεις | θα βυζάξει / θα βυζαίνει | θα βυζάξουμε / θα βυζαίνουμε | θα βυζάξετε / θα βυζαίνετε | θα βυζάξουν / θα βυζάξουνε / θα βυζαίνουν / θα βυζαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω βυζάξει | έχεις βυζάξει | έχει βυζάξει | έχουμε βυζάξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βυζάξει | είχες βυζάξει | είχε βυζάξει | είχαμε βυζάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βυζάξει / να βυζάξω / να βυζαίνω | να έχεις βυζάξει / να βυζάξεις / να βυζαίνεις | να έχει βυζάξει / να βυζάξει / να βυζαίνει | να έχουμε βυζάξει / να βυζάξουμε / να βυζαίνουμε | να βυζάξετε / να βυζαίνετε | να βυζάξουν / να βυζάξουνε / να βυζαίνουν / να βυζαίνουνε |
| Προστακτική | — | βύζαινε / βύζαξε | — | — | βυζάξετε / βυζαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βυζάχτηκαβυζαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →