βυζαντινός
•
- ιστορίασχετικός με την ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία που είχε πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη (το αρχαίο Βυζάντιο) Βικιλεξικό
- ένα ετερόκλητο σύνολο έμψυχων και άψυχων, ζώντων και τεθνεώτων, με παράδοξη παρά ταύτα ομοιογένεια, αυτή είναι η πολυώνυμη Κέρκυρα, η αρχαία Σχερία και Δρεπάνη και Κόρκυρα και Φαιακία, η βυζαντινή Κορυφώ, οι Κορφοί του απλού Κερκυραίου.
- παρωχημένη σημασίαοθωμανικός Βικιλεξικό
- Υπουργείον Ναυτικών (1825-1826): δύο έγγραφα του υπουργείου προς τους ναυάρχους της Β΄ μοίρας του Στόλου κατά του “Βυζαντινού Εχθρικού Στόλου” (Ναύπλιο, 12 και 14 Μαΐου 1825) που υπογράφουν οι Ιωάννης Ν.Λαζάρου και Χ΄΄ Ανδρέας Αργύρης, σχετικά με την παραλαβή κατασχεθέντων λειών από ξένα πλοία.
Ετυμολογία
βυζαντινός (μαρτυρείται από το 1807) < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική byzant(in) + -ινός < μεσαιωνική λατινική Byzantinus, όρος (σε έκδοση του 1562) του Hieronymus Wolf. Συγκρίνετε με την ελληνιστική κοινή Βυζάντιος, Βυζαντιακός. Περισσότερα στο Byzantinus.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βυζαντινός | βυζαντινή | βυζαντινό |
| Γενική | βυζαντινού | βυζαντινής | βυζαντινού |
| Αιτιατική | βυζαντινό | βυζαντινή | βυζαντινό |
| Κλητική | βυζαντινέ | βυζαντινή | βυζαντινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βυζαντινοί | βυζαντινές | βυζαντινά |
| Γενική | βυζαντινών | βυζαντινών | βυζαντινών |
| Αιτιατική | βυζαντινούς | βυζαντινές | βυζαντινά |
| Κλητική | βυζαντινοί | βυζαντινές | βυζαντινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →