βυσματώνω
•
- κυριολεκτικάενώνω κάτι με βύσμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάενεργώ χρησιμοποιώντας κάποιο μέσον ώστε να γίνει κάτι υπέρ μου και να το στερήσω από κάποιον άλλον (και ως στρατιωτική αργκό) Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) αγγαρεύω κάποιον να κάνει μια δουλειά
Ετυμολογία
βυσματώνω < βύσμα
Άλλοι τύποι
βυσμάτωσαβυσματωμένοςβυσματώθηκαβυσματώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →