βύσμα
•
- ηλεκτρολογίααρσενική υποδοχή λήψης ρεύματος Βικιλεξικό
- κομμάτι από κάποιο υλικό (π.χ. ξύλο ή πλαστικό) που χρησιμοποιείται για να βουλλώνει τρύπες ή άλλα ανοίγματα Βικιλεξικό
- ιατρικήκυψελίδα που έχει συσσωρευτεί στον έξω ακουστικό πόρο του αφτιού κι εμποδίζει να φτάσει ο ήχος στον υμένα του τύμπανου Βικιλεξικό
- ιατρικήπώμα από γάζα και βαμβάκι, με το οποίο καλύπτονται σημεία ή κοιλότητες του σώματος που αιμορραγούν Βικιλεξικό
- αργκόπρόσωπο που μπορεί να ασκεί επίδραση σε αποφάσεις ή εξελίξεις υπέρ ενός άλλου ατόμου ή ομάδας ατόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βύσμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βύσμα (βούλωμα) < βύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βύσμα | βύσματα |
| Γενική | βύσματος | βυσμάτων |
| Αιτιατική | βύσμα | βύσματα |
| Κλητική | βύσμα | βύσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →