Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βύσμα

/ˈvi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ηλεκτρολογίααρσενική υποδοχή λήψης ρεύματος Βικιλεξικό
  2. κομμάτι από κάποιο υλικό (π.χ. ξύλο ή πλαστικό) που χρησιμοποιείται για να βουλλώνει τρύπες ή άλλα ανοίγματα Βικιλεξικό
  3. ιατρικήκυψελίδα που έχει συσσωρευτεί στον έξω ακουστικό πόρο του αφτιού κι εμποδίζει να φτάσει ο ήχος στον υμένα του τύμπανου Βικιλεξικό
  4. ιατρικήπώμα από γάζα και βαμβάκι, με το οποίο καλύπτονται σημεία ή κοιλότητες του σώματος που αιμορραγούν Βικιλεξικό
  5. αργκόπρόσωπο που μπορεί να ασκεί επίδραση σε αποφάσεις ή εξελίξεις υπέρ ενός άλλου ατόμου ή ομάδας ατόμων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βύσμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βύσμα (βούλωμα) < βύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβύσμαβύσματα
Γενικήβύσματοςβυσμάτων
Αιτιατικήβύσμαβύσματα
Κλητικήβύσμαβύσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →