βόσκω
•
- για ζώατρώω χορτάρι σε λιβάδι Βικιλεξικό
- μαζεύω και πηγαίνω τα ζώα (αγελάδες και πρόβατα συνήθως) για να φάνε (χορτάρι) Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριφέρομαι εδώ κι εκεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βόσκω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βόσκω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βόσκω | βόσκεις | βόσκει | βόσκουμε | βόσκετε | βόσκουν / βόσκουνε |
| Παρατατικός | έβοσκα | έβοσκες | έβοσκε | βόσκαμε | βόσκατε | έβοσκαν / βόσκαν / βόσκανε |
| Αόριστος | έβόσκησα | έβόσκησες | έβόσκησε | βόσκησαμε | βόσκησατε | έβόσκησαν / βόσκησαν / βόσκησανε |
| Μέλλοντας | θα βόσκησω / θα βόσκω | θα βόσκεις / θα βόσκησεις | θα βόσκει / θα βόσκησει | θα βόσκησουμε / θα βόσκουμε | θα βόσκετε / θα βόσκησετε | θα βόσκησουν / θα βόσκησουνε / θα βόσκουν / θα βόσκουνε |
| Παρακείμενος | έχω βόσκησει | έχεις βόσκησει | έχει βόσκησει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βόσκησει | είχες βόσκησει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βόσκησει / να βόσκησω / να βόσκω | να έχεις βόσκησει / να βόσκεις / να βόσκησεις | να έχει βόσκησει / να βόσκει / να βόσκησει | να βόσκησουμε / να βόσκουμε | να βόσκετε / να βόσκησετε | να βόσκησουν / να βόσκησουνε / να βόσκουν / να βόσκουνε |
| Προστακτική | — | βόσκε / βόσκησε | — | — | βόσκετε / βόσκηστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βοσκήθηκαβόσκομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →