Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποβόσκω

ρήμα
•
  1. υπάρχω χωρίς να γίνεται φανερή η παρουσία μου, υφέρπω, βρίσκομαι σε λανθάνουσα κατάσταση Βικιλεξικό
    • π.χ. παρά την ψυχραιμία, υποβόσκει η αγωνία για τα αποτελέσματα
  2. κάτι αρνητικό, που αυξάνεται ή δυναμώνει υπογείως (ύπουλα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποβόσκω < αρχαία ελληνική ὑποβόσκομαι (μεσοπαθητικός τύπος, που χρησιμοποιείτο αποκλειστικά στο γ' πρόσωπο ενεστώτα και παρατατικού)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →