υποβόσκω
•
- υπάρχω χωρίς να γίνεται φανερή η παρουσία μου, υφέρπω, βρίσκομαι σε λανθάνουσα κατάσταση Βικιλεξικό
- π.χ. παρά την ψυχραιμία, υποβόσκει η αγωνία για τα αποτελέσματα
- κάτι αρνητικό, που αυξάνεται ή δυναμώνει υπογείως (ύπουλα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποβόσκω < αρχαία ελληνική ὑποβόσκομαι (μεσοπαθητικός τύπος, που χρησιμοποιείτο αποκλειστικά στο γ' πρόσωπο ενεστώτα και παρατατικού)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →