γέεννα
•
- κόλαση που διαρκεί αιώνια και δεν έχει τέλος, η παντοτινή τιμωρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γέεννα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γέεννα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γέεννα | — |
| Γενική | γέεννας | — |
| Αιτιατική | γέεννα | — |
| Κλητική | γέεννα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →