γέρνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι να αποκτήσει κλίση, να αποκλίνει από τον κατακόρυφο άξονα Βικιλεξικό
- αμετάβατοαποκτώ μια κλίση, κλίνω προς μια πλευρά, αποκλίνω από τον κατακόρυφο άξονα Βικιλεξικό
- αμετάβατοσκύβω Βικιλεξικό
- Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και μαλαγανιές, αγριάδες κι ημερέματα νανουρίσματα και κανακέματα. («Οι Φαροφύλακες», «Φάρος του κόσμου», ανακτήθηκε στις 21/5/2026 https://farostoukosmou.com/el/%CE%BF%CE%B9-%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%82/)
- αμετάβατοξαπλώνω Βικιλεξικό
- Νιώθω άσχημα, λέω να πάω να γείρω. (Δημήτρης Κολλάτος, Οι ελιές)
- αμετάβατοοδεύω προς τη δύση, δύω Βικιλεξικό
- αμετάβατοτείνω να συμφωνήσω με μία από δύο ή περισσότερες απόψεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γέρνω < γείρω < αρχαία ελληνική ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γέρνω | γέρνεις | γέρνει | γέρνουμε | γέρνετε | γέρνουν / γέρνουνε |
| Παρατατικός | έγερνα | έγερνες | έγερνε | γέρναμε | γέρνατε | έγερναν / γέρναν / γέρνανε |
| Αόριστος | έγειρα | έγειρες | έγειρε | γείραμε | γείρατε | έγειραν / γείραν / γείρανε |
| Μέλλοντας | θα γέρνω / θα γείρω | θα γέρνεις / θα γείρεις | θα γέρνει / θα γείρει | θα γέρνουμε / θα γείρουμε | θα γέρνετε / θα γείρετε | θα γέρνουν / θα γέρνουνε / θα γείρουν / θα γείρουνε |
| Παρακείμενος | έχω γείρει | έχεις γείρει | έχει γείρει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γείρει | είχες γείρει | είχε γείρει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γείρει / να γέρνω / να γείρω | να έχεις γείρει / να γέρνεις / να γείρεις | να έχει γείρει / να γέρνει / να γείρει | να γέρνουμε / να γείρουμε | να γέρνετε / να γείρετε | να γέρνουν / να γέρνουνε / να γείρουν / να γείρουνε |
| Προστακτική | — | έχε γερμένο / γέρνε / γείρε | — | — | γέρνετε / γείρτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →