γίνωμα
•
- η ωρίμαση, το ωρίμασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γίνωμα < γίν(ομαι) + -ωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γίνωμα | γινώματα |
| Γενική | γινώματος | γινωμάτων |
| Αιτιατική | γίνωμα | γινώματα |
| Κλητική | γίνωμα | γινώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →