γαβγίζω
•
- βγάζω την κραυγή γαβ Βικιλεξικό
- ο σκύλος γαβγίζει
- μεταφορικάφωνάζω αυταρχικά, άγρια και ίσως ακατάληπτα Βικιλεξικό
- Τι έπαθε πάλι το αφεντικό και γαβγίζει;
Ετυμολογία
γαβγίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γαβγίζω, (ηχομιμητική λέξη) γαβ γαβ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γαβγίζω | γαβγίζεις | γαβγίζει | γαβγίζουμε | γαβγίζετε | γαβγίζουν / γαβγίζουνε |
| Παρατατικός | γάβγιζα | γάβγιζες | γάβγιζε | γαβγίζαμε | γαβγίζατε | γάβγιζαν / γαβγίζαν / γαβγίζανε |
| Αόριστος | γάβγισα | γάβγισες | γάβγισε | γαβγίσαμε | γαβγίσατε | γάβγισαν / γαβγίσαν / γαβγίσανε |
| Μέλλοντας | θα γαβγίζω / θα γαβγίσω | θα γαβγίζεις / θα γαβγίσεις | θα γαβγίζει / θα γαβγίσει | θα γαβγίζουμε / θα γαβγίσουμε | θα γαβγίζετε / θα γαβγίσετε | θα γαβγίζουν / θα γαβγίζουνε / θα γαβγίσουν / θα γαβγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γαβγίσει | έχεις γαβγίσει | έχει γαβγίσει | έχουμε γαβγίσει | έχετε γαβγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γαβγίσει | είχες γαβγίσει | είχε γαβγίσει | είχαμε γαβγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γαβγίσει / να γαβγίζω / να γαβγίσω | να έχεις γαβγίσει / να γαβγίζεις / να γαβγίσεις | να έχει γαβγίσει / να γαβγίζει / να γαβγίσει | να έχουμε γαβγίσει / να γαβγίζουμε / να γαβγίσουμε | να έχετε γαβγίσει / να γαβγίζετε / να γαβγίσετε | να γαβγίζουν / να γαβγίζουνε / να γαβγίσουν / να γαβγίσουνε |
| Προστακτική | — | γάβγιζε / γάβγισε | — | — | γαβγίζετε / γαβγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →