γαιάνθρακας
•
- ορυκτολογίαο άνθρακας που εξορύσσεται από τη γη, ο ορυκτός άνθρακας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαιάνθρακας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα γαιάνθρ(αξ), από την αιτιατική «τὸν γαιάνθρακα» < γαι- + άνθραξ (άνθρακας), (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική charbon de terre
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαιάνθρακας | γαιάνθρακες |
| Γενική | γαιάνθρακα | γαιανθράκων |
| Αιτιατική | γαιάνθρακα | γαιάνθρακες |
| Κλητική | γαιάνθρακα | γαιάνθρακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →