κάρβουνο
•
- γεωλογίαυλικό από άνθρακα, το οποίο παράγεται με αργή και ατελή καύση οργανικών ουσιών (κυρίως το ξύλο) και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη Βικιλεξικό
- Εἶχαν περάσει ἀπὸ παλιὰ καμίνια, ὅπου ἔφτιαναν ἄλλες χρονιὲς κάρβουνα οἱ καρβουνιάρηδες. Ἐκεῖ στάθηκαν λίγο καὶ τοὺς ἐξήγησε ὁ δασάρχης τὸν τρόπο ποὺ γίνονται τὰ κάρβουνα. (⌘ Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφ. Τα πεθαμένα δέντρα, 1918)
- Ἀκόμη καί τά μάτια τους ἦταν σκεπασμένα μέ μαῦρα λάδια. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή μας, εἶπε ὁ ἕνας θερμαστής, ὁ Ἰσίδωρος. Ἐγὼ ἔχω εἴκοσι χρόνια στὸ στόκολο. Καὶ τώρα, στὶς μηχανὲς μὲ τὰ λάδια, πάει καλά. Νὰ σ' ἔβλεπα τότες ποὺ τὰ βαπόρια δουλεῦαν μὲ κάρβουνο! Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή μᾶς, εἶπε σὰν ἠχὼ ὁ ἄλλος Καλυμνιός θερμαστής (Ηλίας Βενέζης, Ωκεανός, 1981, σελ. 141)
- ειδικότερατο ξυλοκάρβουνο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάκάτι που έχει καεί ολότελα, που έχει απανθρακωθεί Βικιλεξικό
- Ο βασιλιάς όμως, βυθισμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει τους Βίκινγκς, ξεχάστηκε εντελώς. Φυσικά το καρβέλι έγινε κάρβουνο και, όταν επέστρεψε η γυναίκα, κουρασμένη και πεινασμένη, έβαλε τις φωνές στον Αλφρέδο, ο οποίος, μετανιωμένος και λυπημένος, της ζήτησε πολλές φορές συγγνώμη. (Σαραντίτη Ελένη, Οι άνθρωποι του Βορρά: Βίκινγκς - η ιστορία τους, εκδ. Πατάκη, 2026)
- ζωγραφικήειδική μορφή άνθρακα σε σχήμα κοντυλιού που χρησιμοποιείται για σχέδιο ζωγραφικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάρβουνο < μεσαιωνική ελληνική κάρβουνο(ν) < ελληνιστική κοινή κάρβων (ξυλοκάρβουνο) < λατινική carbo (άνθρακας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάρβουνο | κάρβουνα |
| Γενική | κάρβουνου | κάρβουνων |
| Αιτιατική | κάρβουνο | κάρβουνα |
| Κλητική | κάρβουνο | κάρβουνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →