Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάρβουνο

/ˈkaɾ.vu.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γεωλογίαυλικό από άνθρακα, το οποίο παράγεται με αργή και ατελή καύση οργανικών ουσιών (κυρίως το ξύλο) και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη Βικιλεξικό
    • Εἶχαν περάσει ἀπὸ παλιὰ καμίνια, ὅπου ἔφτιαναν ἄλλες χρονιὲς κάρβουνα οἱ καρβουνιάρηδες. Ἐκεῖ στάθηκαν λίγο καὶ τοὺς ἐξήγησε ὁ δασάρχης τὸν τρόπο ποὺ γίνονται τὰ κάρβουνα. (⌘ Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφ. Τα πεθαμένα δέντρα, 1918)
    • Ἀκόμη καί τά μάτια τους ἦταν σκεπασμένα μέ μαῦρα λάδια. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή μας, εἶπε ὁ ἕνας θερμαστής, ὁ Ἰσίδωρος. Ἐγὼ ἔχω εἴκοσι χρόνια στὸ στόκολο. Καὶ τώρα, στὶς μηχανὲς μὲ τὰ λάδια, πάει καλά. Νὰ σ' ἔβλεπα τότες ποὺ τὰ βαπόρια δουλεῦαν μὲ κάρβουνο! Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή μᾶς, εἶπε σὰν ἠχὼ ὁ ἄλλος Καλυμνιός θερμαστής (Ηλίας Βενέζης, Ωκεανός, 1981, σελ. 141)
  2. ειδικότερατο ξυλοκάρβουνο Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάκάτι που έχει καεί ολότελα, που έχει απανθρακωθεί Βικιλεξικό
    • Ο βασιλιάς όμως, βυθισμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει τους Βίκινγκς, ξεχάστηκε εντελώς. Φυσικά το καρβέλι έγινε κάρβουνο και, όταν επέστρεψε η γυναίκα, κουρασμένη και πεινασμένη, έβαλε τις φωνές στον Αλφρέδο, ο οποίος, μετανιωμένος και λυπημένος, της ζήτησε πολλές φορές συγγνώμη. (Σαραντίτη Ελένη, Οι άνθρωποι του Βορρά: Βίκινγκς - η ιστορία τους, εκδ. Πατάκη, 2026)
  4. ζωγραφικήειδική μορφή άνθρακα σε σχήμα κοντυλιού που χρησιμοποιείται για σχέδιο ζωγραφικής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάρβουνο < μεσαιωνική ελληνική κάρβουνο(ν) < ελληνιστική κοινή κάρβων (ξυλοκάρβουνο) < λατινική carbo (άνθρακας)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάρβουνοκάρβουνα
Γενικήκάρβουνουκάρβουνων
Αιτιατικήκάρβουνοκάρβουνα
Κλητικήκάρβουνοκάρβουνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →