γανιάζω
•
- αποκτώ γάνα, μαυρίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποφέρω Βικιλεξικό
- αφυδατώνομαι Βικιλεξικό
- Το στόμα της Τασώς είχε γανιάσει ν’ απαντά στις ερωτήσεις μου όσο γυρίζαμε στα αξιοθέατα, ενώ η μαμά έτρεχε με τον δικηγόρο μας στις δουλειές της. (Τάσος Αθανασιάδης (2002) Τα παιδιά της Νιόβης)
Ετυμολογία
γανιάζω < γάν(α) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γανιάζω | γανιάζεις | γανιάζει | γανιάζουμε | γανιάζετε | γανιάζουν / γανιάζουνε |
| Παρατατικός | γάνιαζα | γάνιαζες | γάνιαζε | γανιάζαμε | γανιάζατε | γάνιαζαν / γανιάζαν / γανιάζανε |
| Αόριστος | γάνιασα | γάνιασες | γάνιασε | γανιάσαμε | γανιάσατε | γάνιασαν / γανιάσαν / γανιάσανε |
| Μέλλοντας | θα γανιάζω / θα γανιάσω | θα γανιάζεις / θα γανιάσεις | θα γανιάζει / θα γανιάσει | θα γανιάζουμε / θα γανιάσουμε | θα γανιάζετε / θα γανιάσετε | θα γανιάζουν / θα γανιάζουνε / θα γανιάσουν / θα γανιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γανιάσει | έχεις γανιάσει | έχει γανιάσει | έχουμε γανιάσει | έχετε γανιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γανιάσει | είχες γανιάσει | είχε γανιάσει | είχαμε γανιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γανιάσει / να γανιάζω / να γανιάσω | να έχεις γανιάσει / να γανιάζεις / να γανιάσεις | να έχει γανιάσει / να γανιάζει / να γανιάσει | να έχουμε γανιάσει / να γανιάζουμε / να γανιάσουμε | να έχετε γανιάσει / να γανιάζετε / να γανιάσετε | να γανιάζουν / να γανιάζουνε / να γανιάσουν / να γανιάσουνε |
| Προστακτική | — | γάνιαζε / γάνιασε | — | — | γανιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γανιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →