γαργάρισμα
•
- κελάρυσμα Βικιλεξικό
- Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Αθήνα, Φέξης, 1915)
- γαργάρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαργάρισμα < γαργαρίζω + -μα < (ελληνιστική κοινή) < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαργάρισμα | γαργαρίσματα |
| Γενική | γαργαρίσματος | γαργαρισμάτων |
| Αιτιατική | γαργάρισμα | γαργαρίσματα |
| Κλητική | γαργάρισμα | γαργαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →