Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γάργαρος

/ˈɣaɾ.ɣa.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για νερόπου ρέει διαυγής και κελαρυστός Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκρυστάλλινος, καθαρός Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκαθαρός, λαμπερός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γάργαρος < ελληνιστική κοινή γαργαρίζω (αναδρομικός σχηματισμός) (δείτε και γαργάρα) (ηχομιμητική λέξη) : ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γάργαρος < ελληνιστική κοινή γαργαρίζω (αναδρομικός σχηματισμός) : • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγάργαροςγάργαρηγάργαρο
Γενικήγάργαρουγάργαρηςγάργαρου
Αιτιατικήγάργαρογάργαρηγάργαρο
Κλητικήγάργαρεγάργαρηγάργαρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγάργαροιγάργαρεςγάργαρα
Γενικήγάργαρωνγάργαρωνγάργαρων
Αιτιατικήγάργαρουςγάργαρεςγάργαρα
Κλητικήγάργαροιγάργαρεςγάργαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →