Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαργαρίζω

ρήμα
•
  1. κελαρύζω Βικιλεξικό
  2. κάνω γαργάρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαργαρίζω < (ελληνιστική κοινή) < (ηχομιμητική λέξη)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγαργαρίζωγαργαρίζειςγαργαρίζειγαργαρίζουμεγαργαρίζετεγαργαρίζουν / γαργαρίζουνε
Παρατατικόςγαργάριζαγαργάριζεςγαργάριζεγαργαρίζαμεγαργαρίζατεγαργάριζαν / γαργαρίζαν / γαργαρίζανε
Αόριστοςγαργάρισαγαργάρισεςγαργάρισεγαργαρίσαμεγαργαρίσατεγαργάρισαν / γαργαρίσαν / γαργαρίσανε
Μέλλονταςθα γαργαρίζω / θα γαργαρίσωθα γαργαρίζεις / θα γαργαρίσειςθα γαργαρίζει / θα γαργαρίσειθα γαργαρίζουμε / θα γαργαρίσουμεθα γαργαρίζετε / θα γαργαρίσετεθα γαργαρίζουν / θα γαργαρίζουνε / θα γαργαρίσουν / θα γαργαρίσουνε
Παρακείμενοςέχω γαργαρίσειέχεις γαργαρίσειέχει γαργαρίσειέχουμε γαργαρίσειέχετε γαργαρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γαργαρίσειείχες γαργαρίσειείχε γαργαρίσειείχαμε γαργαρίσει——
Υποτακτικήνα έχω γαργαρίσει / να γαργαρίζω / να γαργαρίσωνα έχεις γαργαρίσει / να γαργαρίζεις / να γαργαρίσειςνα έχει γαργαρίσει / να γαργαρίζει / να γαργαρίσεινα έχουμε γαργαρίσει / να γαργαρίζουμε / να γαργαρίσουμενα έχετε γαργαρίσει / να γαργαρίζετε / να γαργαρίσετενα γαργαρίζουν / να γαργαρίζουνε / να γαργαρίσουν / να γαργαρίσουνε
Προστακτική—γαργάριζε / γαργάρισε——γαργαρίζετε / γαργαρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →