Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαργαριστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο γάργαρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαργαριστός < γαργαρίζω + -τός < (ελληνιστική κοινή) < (ηχομιμητική λέξη)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαργαριστόςγαργαριστήγαργαριστό
Γενικήγαργαριστούγαργαριστήςγαργαριστού
Αιτιατικήγαργαριστόγαργαριστήγαργαριστό
Κλητικήγαργαριστέγαργαριστήγαργαριστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαργαριστοίγαργαριστέςγαργαριστά
Γενικήγαργαριστώνγαργαριστώνγαργαριστών
Αιτιατικήγαργαριστούςγαργαριστέςγαργαριστά
Κλητικήγαργαριστοίγαργαριστέςγαργαριστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →