γαϊτάνωμα
•
- παρωχημένοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γαϊτανώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαϊτάνωμα < γαϊτανώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαϊτάνωμα | γαϊτανώματα |
| Γενική | γαϊτανώματος | γαϊτανωμάτων |
| Αιτιατική | γαϊτάνωμα | γαϊτανώματα |
| Κλητική | γαϊτάνωμα | γαϊτανώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →