γαϊτάνι
•
- έντεχνα πλεγμένο κορδόνι με τρεις μεταξωτές κλωστές (κοτσίδα) ή τέσσερεις (τεχρίλι), ή και μάλλινο ή βαμβακερό, που στόλιζε τα ρούχα στο κάτω μέρος των μανικιών και στον ποδόγυρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαϊτάνι < μεσαιωνική ελληνική γαϊτάνι(ν) / γατάνι(ν) < λατινική gaitanum (linum) < Caieta / Gaeta (Γκαέτα) < αρχαία ελληνική Καιήτη (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαϊτάνι | γαϊτάνια |
| Γενική | γαϊτανιού | γαϊτανιών |
| Αιτιατική | γαϊτάνι | γαϊτάνια |
| Κλητική | γαϊτάνι | γαϊτάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →