Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαϊτανάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αποκριάτικο έθιμο αλλά και παιχνίδι, όπου οι άνθρωποι παίρνουν την άκρη από ένα μακρύ κορδόνι που το άλλο άκρο του είναι στερεωμένο σε ένα κεντρικό κοντάρι και γυρνούν γύρω-γύρω ή κάνουν συγκεκριμένες κινήσεις, ώστε να πλεχθεί κανονικό γαϊτάνι σαν πλεξούδα Βικιλεξικό
  2. είδος χορού που χορεύεται κατά την τέλεση του εθίμου Βικιλεξικό
  3. νεολογισμόςδιαπλοκή συμφερόντων (ίσως από το ομαδικό πλέξιμο της κορδέλας) Βικιλεξικό
    • γαϊτανάκι για να πτωχεύσει η Ελλάδα
  4. νεολογισμόςτο μπλέξιμο, η αλληλουχία γεγονότων που το ένα φέρνει αναπότρεπτα το άλλο, για αλυσιδωτές αντιδράσεις που απολήγουν σε κάτι ή έχουν ίσως εξαρχής ένα συγκεκριμένο κοινό στόχο Βικιλεξικό
    • οδηγήθηκα σε αυτή την απόφαση από ένα γαϊτανάκι γεγονότων και συμπεριφορών
  5. νεολογισμόςαμεριμνησία Βικιλεξικό
    • ο κόσμος χάνεται κι εσύ το γαϊτανάκι σου
  6. τεχνική πλεξίματος, που αρχίζει με ένα ζετέ, τελειώνει με το νήμα μέσα από την αρχική θηλιά που δημιουργήθηκε και γίνεται να επαναληφθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαϊτανάκι < γαϊτάνι + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαϊτανάκιγαϊτανάκια
Γενική——
Αιτιατικήγαϊτανάκιγαϊτανάκια
Κλητικήγαϊτανάκιγαϊτανάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →