γαϊτανάκι
•
- αποκριάτικο έθιμο αλλά και παιχνίδι, όπου οι άνθρωποι παίρνουν την άκρη από ένα μακρύ κορδόνι που το άλλο άκρο του είναι στερεωμένο σε ένα κεντρικό κοντάρι και γυρνούν γύρω-γύρω ή κάνουν συγκεκριμένες κινήσεις, ώστε να πλεχθεί κανονικό γαϊτάνι σαν πλεξούδα Βικιλεξικό
- είδος χορού που χορεύεται κατά την τέλεση του εθίμου Βικιλεξικό
- νεολογισμόςδιαπλοκή συμφερόντων (ίσως από το ομαδικό πλέξιμο της κορδέλας) Βικιλεξικό
- γαϊτανάκι για να πτωχεύσει η Ελλάδα
- νεολογισμόςτο μπλέξιμο, η αλληλουχία γεγονότων που το ένα φέρνει αναπότρεπτα το άλλο, για αλυσιδωτές αντιδράσεις που απολήγουν σε κάτι ή έχουν ίσως εξαρχής ένα συγκεκριμένο κοινό στόχο Βικιλεξικό
- οδηγήθηκα σε αυτή την απόφαση από ένα γαϊτανάκι γεγονότων και συμπεριφορών
- νεολογισμόςαμεριμνησία Βικιλεξικό
- ο κόσμος χάνεται κι εσύ το γαϊτανάκι σου
- τεχνική πλεξίματος, που αρχίζει με ένα ζετέ, τελειώνει με το νήμα μέσα από την αρχική θηλιά που δημιουργήθηκε και γίνεται να επαναληφθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαϊτανάκι < γαϊτάνι + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαϊτανάκι | γαϊτανάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | γαϊτανάκι | γαϊτανάκια |
| Κλητική | γαϊτανάκι | γαϊτανάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →