γαϊτανάς
•
- δημοτικήαυτός που κατασκευάζει ή/και πουλάει γαϊτάνια Βικιλεξικό
- δημοτικήαυτός που διακοσμεί ρούχα με γαϊτάνια Βικιλεξικό
- δημοτικήπου φοράει ρούχα με πολλά στολίσματα Βικιλεξικό
- στρατιωτική αργκόο δεκανέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαϊτανάς < γαϊτάν(ι) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαϊτανάς | γαϊτανάδες |
| Γενική | γαϊτανά | γαϊτανάδων |
| Αιτιατική | γαϊτανά | γαϊτανάδες |
| Κλητική | γαϊτανά | γαϊτανάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →