Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαϊτανάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δημοτικήαυτός που κατασκευάζει ή/και πουλάει γαϊτάνια Βικιλεξικό
  2. δημοτικήαυτός που διακοσμεί ρούχα με γαϊτάνια Βικιλεξικό
  3. δημοτικήπου φοράει ρούχα με πολλά στολίσματα Βικιλεξικό
  4. στρατιωτική αργκόο δεκανέας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαϊτανάς < γαϊτάν(ι) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαϊτανάςγαϊτανάδες
Γενικήγαϊτανάγαϊτανάδων
Αιτιατικήγαϊτανάγαϊτανάδες
Κλητικήγαϊτανάγαϊτανάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →