γδάρσιμο
•
- η ενέργεια με την οποία γδέρνω, η αφαίρεση του δέρματος ενός ζώου Βικιλεξικό
- Πριν γίνει ψηφιοποίηση, το αρνητικό πρέπει να καθαρίζεται από τυχόν γραμμές και γδαρσίματα. Και μετά την ψηφιοποίηση, στη διάρκεια του εταλονάζ, δηλαδή του τεχνικού ελέγχου των χρωμάτων, ο διευθυντής φωτογραφίας δουλεύει, βέβαια, μ' έναν τεχνικό (εταλονέρ), αλλά αυτός είναι που κανονίζει την ποσότητα του φωτισμού και την ποιότητα των χρωμάτων. (*)
- Τό μέσο βάρος τῶν ἀμνοδερμάτων ἀμέσως με το ἀνεξάρτητα ἀπό τό φύλο καί ξεχωριστά γιά κάθε γενότυπο δίνεται στόν πίνακα 1 μαζί μέ τίς συγκρίσεις τῶν μέσων τιμῶν. ̓Αμέσως μετά τό γδάρσιμο τά νωπά ἀμνοδέρματα τῶν καθαρόαιμων Καραγκούνικων ἀμνῶν εἶχαν βάρος κατώτερο τῶν... (Επιστημονική Επετηρίς, τόμος 19, Θεσσαλονίκη, Πανεπιστήμιο, Κτηνιατρική Σχολή, 1978, σελ. 165)
- σχετικά μικρή σε έκταση λύση της συνέχειας του δέρματος από τραυματισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γδάρσιμο < γδέρνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γδάρσιμο | γδαρσίματα |
| Γενική | γδαρσίματος | γδαρσιμάτων |
| Αιτιατική | γδάρσιμο | γδαρσίματα |
| Κλητική | γδάρσιμο | γδαρσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →